πολύφορτος

πολύφορτος [pron. full] [ῠ], ον,
A heavily laden, Man.3.241;

σύγχυσις Lyd.Mag. 3.1

.
2 rich, Ps.-Hdt.Vit.Hom.1.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • πολύφορτος — heavily laden masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολύφορτος — ον, Α 1. πολύ φορτωμένος, κατάφορτος («νηῶν πολυφόρτων», Μαν.) 2. πλούσιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + φόρτος (πρβλ. βαρύ φορτος)] …   Dictionary of Greek

  • πολύφορτον — πολύφορτος heavily laden masc/fem acc sg πολύφορτος heavily laden neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυφόρτοις — πολύφορτος heavily laden masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυφόρτου — πολύφορτος heavily laden masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυφόρτων — πολύφορτος heavily laden masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυφόρτῳ — πολύφορτος heavily laden masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βούφορτος — βούφορτος, ον (Α) πολύφορτος, βαρυφορτωμένος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.